Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Bang



               Όπως λέει και μια γνωστή ρήση, πολλοί καλούνται αλλά μόνο λίγοι είναι οι εκλεκτοί. Αυτό θα μπορούσε να εκφράσει απόλυτα την απογοητευτική πορεία των Bang, μέσα στη γενικότερη εικόνα του hard rock και heavy metal, των αρχών της δεκαετίας του '70, κι αυτό επειδή ξεκίνησαν καταιγιστικά, με σκοπό να κυριαρχήσουν στην σκηνή αυτού του είδους, τους βάφτισαν ως η απάντηση της Αμερικής στους Black Sabbath και προάγγελοι του doom metal, αλλά, λόγω απειρίας και κακού μάνατζμεντ, τελικά εξελίχθηκαν σε κάτι άλλο και τελικά χάθηκαν.

                Η ιστορία τους ξεκινά στη Φιλαδέλφεια της Πενσυλβάνια, το 1970, όταν δυο φίλοι από το σχολείο, οι Frank Ferrara (φωνητικά/μπάσο) και Frankie Glicken (κιθάρα, φωνητικά), μόλις 16 χρονών τότε, μαζί με τον κατά μια δεκαετία μεγαλύτερό τους, Tony Diorio (τύμπανα), άρχισαν να κάνουν πρόβες παίζοντας τραγούδια από Black Sabbath, Grand Funk Railroad, και Led Zeppelin. Μεταξύ αυτών όμως έγραφαν και δικές τους συνθέσεις, επηρεασμένες βέβαια, από τους παραπάνω.

                Το 1971, κι αφού ονομάστηκαν τελικά Bang, βρέθηκαν τυχαία στο Ορλάντο της Φλόριντα και λόγω μιας αναπάντεχης γνωριμίας, άνοιξαν μια συναυλία των Faces και των Deep Purple. Αμέσως ενδιαφέρθηκε για αυτούς κάποιος μάνατζερ και πέρασαν όλο το καλοκαίρι περιοδεύοντας στην ανατολική ακτή των Η.Π.Α. Σε λίγο διάστημα ηχογράφησαν και το πρώτο τους άλμπουμ "Death Of A Country", αλλά η εταιρεία που τους ανέλαβε, (Capitol), αρνήθηκε να το κυκλοφορήσει, καθώς τα τραγούδια τους ήταν ακόμα ένα συνονθύλευμα από hard rock και  χίπικες μπαλάντες. Έτσι ηχογράφησαν άμεσα το ομώνυμό τους άλμπουμ, το οποίο ήταν και το επίσημο δισκογραφικό τους ντεμπούτο.

bang_vinyl                Σε αυτό το άλμπουμ αποχαιρέτησαν για τα καλά την ψυχεδέλεια και καλώς έπραξαν, καθώς γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και το σινγκλ του δίσκου "Questions", ανέβηκε στο Top100 του Billboard. Κατά τη διάρκεια, όμως, των ηχογραφήσεων του επόμενου άλμπουμ τους, άρχισαν να συμβαίνουν διάφορα πράγματα. Συγκεκριμένα, άρχισαν να τους πηγαίνουν διάφορους άλλους ντράμερ, θέτοντας τον Diorio στο περιθώριο, ενώ ο μάνατζέρ τους επέμενε να γίνουν πιο εμπορικοί. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η Capitol, αποφάσισε να κυκλοφορήσει σαν σινγκλ, μια διασκευή του "No Sugar Tonight" των Guess Who, το οποίο απογοήτευσε τους οπαδούς τους και δεν παίχτηκε ποτέ στο ραδιόφωνο.

                Ήδη η εταιρεία τους, είχε αρχίσει να χάνει το ενδιαφέρον της, αλλά αυτοί αποφάσισαν να ξαναφέρουν στα τύμπανα τον Diorio και να ηχογραφήσουν ένα καινούργιο άλμπουμ, το οποίο όμως ήταν μια μεγάλη στροφή προς πιο ποπ μονοπάτια, χωρίς καθόλου στοιχεία του hard rock, που τους χαρακτήριζαν. Αυτό βέβαια, ήταν μια μεγάλη αποτυχία, με αποτέλεσμα να τους απολύσει η Capitol, να ματαιωθούν πολλές από τις συναυλίες και αναμενόμενα, να διαλυθούν, στα τέλη του 1973.

                Στο πέρασμα των επόμενων χρόνων, τα μέλη της μπάντας, ασχολήθηκαν με άλλα σχήματα, όταν απρόσμενα, το 1996, επανιδρύθηκαν και το 1999 κυκλοφόρησαν νέο άλμπουμ, στο παλιό, καλό τους στυλ και πέντε χρόνια αργότερα ακόμα ένα, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και το ξεχασμένο "Death Of A Country". Κάποιες φήμες μάλιστα αναφέρουν ότι σύντομα θα μπουν ξανά στο στούντιο, για την ηχογράφηση νέου υλικού, ίδωμεν.

Δισκογραφία:

Death Of A Country (recorded 1971, released 2004)

Bang (1971)
Mother / Bow To The King (1972)
            Music (1973)



                     Return To Zero (2001)                                 The Maze (2004)
maze_cover
 RTZnew250cover






Ναούμ Αθ. Βάρκας

Sixto Rodriguez - Searching for Sugar Man


Όσο τσιμέντο και να ρίξει κάποιος, πάντα θα υπάρχει ένας σπόρος που θα ρουφήξει την ελάχιστη υγρασία και θα καταφέρει αργά να το ραγίσει. Κατά τον ίδιο τρόπο πάντα μια νότα ή ακόμα και ένας στίχος είναι ικανός να σπάσει τα δεσμά μιας πιο στυγερής δικτατορίας, ρουφώντας τις εναπομείναντες σταγόνες συνείδησης και ανθρωπιάς από τους ανθρώπους. Και πάντα για να ξυπνήσει την πραγματική φύση τους. Το ερώτημα είναι πάντα από που μπορεί να προήλθε αυτός ο σπόρος και πως βρέθηκε σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Και αυτό, από την ανάγκη του ανθρώπου να εξηγεί τα γεγονότα, οδηγούσε στους μύθους. Όμως, οι ρίζες ενός μύθου, όπως είναι και σε ένα δέντρο, είναι ταπεινές, βρώμικες και πάντα αθέατες.
Πολλοί αναφέρουν ότι η ανθρώπινη φαντασία μπορεί να ξεπεράσει κατά πολύ την πραγματικότητα, αλλά η ίδια η ζωή μερικές φορές, όσες προλαβαίνουμε να μάθουμε, πλάθει ακόμα πιο φανταστικές ιστορίες. Και μια από αυτές είναι του Sixto Rodriguez ή Sixto Díaz Rodríguez και μερικές φορές είναι γνωστός και σαν Rodríguez, είτε Jesús Rodríguez, αν και η λέξη "γνωστός" αποκτά μια παράξενη ειρωνεία εδώ. Ο δημιουργός του rockumentary ή ντοκιμαντέρ ο Σουηδός Malik Bendjelloul κατέγραψε μια πραγματική ιστορία, που ακόμα και μεγάλοι λογοτέχνες δεν θα μπορούσαν να επινοήσουν. Αλλά πραγματικά, το πολυβραβευμένο ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους Searching for Sugar Man είναι ένα μανιφέστο για την δύναμη της μουσικής, αλλά και την άφθαρτη φύση της.
Ο λυρισμός του φιλμ, έχει μια απροσδιόριστη πηγή. Μπορεί να είναι η ίδια η ιστορία, είτε η ματιά του δημιουργού, αλλά ακόμα και η ίδια η μουσική, του μεξικάνικης καταγωγής, καλλιτέχνη. Από την άλλη, μπορεί να είναι η επιμονή του Stephen 'Sugar' Segerman και Craig Bartholomew Strydom, να ανακαλύψουν την αλήθεια πίσω από ένα μύθο. Αλλά και ο ίδιος μύθος δημιουργείται από από μια καρμική σύμπνοια κυνικής πραγματικότητας και λυρισμού, βγαλμένου από κάποια ξεχασμένη τραγωδία και πάντα με μια λύτρωση και απόδοση δικαιοσύνης στο τέλος της. Και αυτή είναι η ιστορία, του γεννημένου στις 10 Ιουλίου του 1942 και έκτου τέκνου της οικογένεια Rodriguez, εξ ου και το παράξενο όνομα Sixto, από το "Seex-toh".

Η περιγραφή και τα σχόλια πάνω στα συναισθήματα που δημιουργεί το ντοκιμαντέρ, αλλά και η ίδια η ζωή, αυτού του πραγματικά ασυνήθιστου καλλιτέχνη, θα μπορούσαν άνετα να γεμίσουν ένα βιβλίο. Κάθε φράση και κάθε στίχος, κάποιου τραγουδιού του, από τα οποία είναι γεμάτη όλη η ταινία και εναλλάσσονται αρμονικά με τις μαρτυρίες για την ζωή του, δημιουργώντας στον θεατή μια γεμάτη συναίσθημα πλάνη, κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και κάποιο ασυνήθιστο σενάριο. Οι εικόνες του ηλιόλουστου Cape Town, που εναλλάσσονται με αυτές του χιονισμένου Detroit, συντελούν ακόμα περισσότερο σε αυτήν.
Η μοίρα, στην οποία αφέθηκε πλήρως ο μοναδικός αυτός καλλιτέχνης, με τον σχεδόν προφητικό στίχο, είχε διαφορετικά σχέδια για αυτόν. Ο λυρισμός του, που συναγωνίζεται αυτό του Bob Dylan, αποτελούσε μια ηλιαχτίδα για τους κατοίκους του σκοτεινού και σκληρού καθεστώτος του απαρτχάιντ της Νοτίου Αφρικής, στην άλλη άκρη του κόσμου. Την ίδια στιγμή που ο ίδιος πάλευε με την ψυχρή και κυνική καθημερινότητα, ενός φαινομενικά ελεύθερου κόσμου. Παντελώς άγνωστος στην φιλόμουση Αμερική, κατακτούσε με μαθηματική πρόοδο τις καρδιές των εφήβων της Αφρικάνικης χώρας, που μεγαλώνοντας με τους στίχους του, αργότερα γινόταν η πρώτη γραμμή κρούσης, ενάντια στο πιο ρατσιστικό καθεστώς της μεταπολεμικής ιστορίας.
Πιο διάσημος και από τους Beatles, αλλά και τον ίδιο τον Elvis, ήταν απλά ένας μύθος σε αυτήν την χώρα. Κανένας δεν ήξερε τίποτα γι αυτόν, πέρα του ονόματός και αυτό όχι και ολόκληρο. Οι ιστορίες περί της αυτοκτονίας του πάνω στην σκηνή, είτε με αυτοπυρπολισμό, είτε με αυτοπυροβολισμό, ήταν πιο πιστευτές από την πραγματική ζωή του. Αλλά ο μύθος, δημιουργείται για να καταληφθεί αργότερα. Και αυτό έγινε με ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας, ενός μουσικού δημοσιογράφου και ενός ιδιοκτήτη δισκοπωλείου. Και ο μύθος, που βρισκόταν πίσω από τον ύμνο της επανάστασης της Νοτίου Αφρικής, "κάθε επανάσταση χρειάζεται έναν ύμνο και για μας ήταν το Cold Fact", μαρτυρά ο Craig Bartholomew σε κάποιο σημείο του ντοκιμαντέρ, έπρεπε να αποκαλυφθεί.......The mayor hides the crime rate/ council woman hesitates / Public gets irate but forget the vote date / Weatherman complaining, predicted sun, it's raining / Everyone's protesting, boyfriend keeps suggesting
Ίσως, η απόλυτη ένδειξη ελευθερίας ενός καλλιτέχνη, είναι να απαγορευτεί σε μια χώρα με αυταρχικό καθεστώς και ο Rodriguez το κατάφερε. Αλλά η ίδια απαγόρευση αυτή, ουσιαστικά ήταν το λάδι στην φωτιά της ελευθερίας που σιγόκαιγε σε αυτήν την χώρα. Και όσο λογοκρινόταν τα τραγούδια του, άλλο τόσο πουλούσαν, αν και η αναμετάδοσή τους ήταν απαγορευμένη. Ήταν η βασική έμπνευση για νέες μπάντες, που άρχισαν να ξεφυτρώνουν. Και όλα αυτά εν αγνοία του. Το κουβάρι μυστηρίου γύρω από το πρόσωπό του όμως, κάποια στιγμή άρχισε να ξετυλίγεται από μια τυχαία ερώτηση. Και η μοναδική άκρη αυτού του νήματος ήταν οι στίχοι των τραγουδιών. Εκεί, που κάθε τραγουδοποιός, κρύβει έξυπνα αυτά που τον τρομάζουν. Και οι φόβοι του έγιναν χνάρια στη σκόνη της λήθης, στην οποία βρισκόταν στην πατρίδα του.

Η εξέλιξη της τεχνολογίας και η ψηφιοποίηση του ήχου, δημιούργησαν νέα δεδομένα και μια ακόμα νίκη, ενάντια στην εκμετάλλευση της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Και τα εμπόδια δεν είναι παρά προσανάμματα στην φωτιά της αποκάλυψης της αλήθειας. Ένα site, μια φράση σε ένα κείμενο, για το δεύτερο COMING FROM REALITY άλμπουμ, που κυκλοφόρησε σε cd, ήταν να δημιουργήσουν την βάση για την αναγνώριση ενός μύθου. Και εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι, πίσω από το θάψιμο στην λήθη αυτού του τραγουδοποιού βρισκόταν κάποια βρώμικα παιχνίδια με χρήματα. Αλλά ένα τηλεφώνημα άρχισε να αποκαθιστά τα πράγματα.......
Ένα καταπληκτικό ντοκιμαντέρ, δοσμένο με τρόπο που μπορεί εύκολα να συγκινήσει, αλλά και να αφυπνίσει το θεατή, προτρέποντάς τον να αναζητήσει την μουσική αυτού του καλλιτέχνη. Αλλά, όπου τελείωνε κάτι, άρχιζε κάτι καινούργιο και καλύτερα, ο καθένας μόνος του, να δει το ντοκιμαντέρ, πάντα με τις νότες του Sixto Rodriguez να τον συνοδεύουν..... εγώ απλά ..... I wonder how many times you've been had/ And I wonder how many plans have gone bad ..... I wonder about the love you can't find/ And I wonder about the loneliness that's mine/ I wonder how much going have you got........

"Ευχαριστώ που με κρατήσατε Ζωντανό......" έτσι ξεκίνησε η πρώτη του μεγάλη συναυλία..
Jacek Maniakowski

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Thin Lizzy - Got to give it up


      


Η δόξα, το χρήμα, η δημοτικότητα, είναι κάποιες καταστάσεις, που όλοι οι καλλιτέχνες επιδιώκουν κι ονειρεύονται. Η διαχείρισή τους όμως, είναι αυτή που προκαλεί, δυστυχώς σε πάρα πολλούς από αυτούς, μια αναζήτηση σε αδιέξοδες διεξόδους. Το πρόβλημα των ναρκωτικών και του αλκοόλ, σε όλους αυτούς, έχει οδηγήσει πολλά μεγάλα κι αγαπημένα, ονόματα του χώρου, στο θάνατο.

                Ειδικά στην μεγάλη ιστορία του rock n’ roll, δεν ήταν λίγοι αυτοί που, είτε εν γνώσι τους είτε αθέλητα, μέσα από τραγούδια τους, προειδοποίησαν τους εαυτούς τους, για το πεπρωμένο που τους έζωνε, όπως το “Angel” του Jimi Hendrix, ή το “Milk It” των Nirvana.

File:Thin Lizzy - Black Rose A Rock Legend.jpg                Όμως, ίσως η πιο εμφανής περίπτωση λυρικού προμηνύματος, να είναι το  “Got To Give It Up” των Thin Lizzy. Μαζί με το ταλέντο να γράφει ποιητικούς στίχους και ροκ ύμνους, ο ιδρυτής κι αρχηγός τους, Phil Lynott, ήταν επίσης γνωστός για τη σκληρή κι έκλυτη ζωή του. Μαζί με τη δόξα, όμως, ήρθαν και οι παγίδες, που τον έκαναν να εντρυφήσει σε αυτές, προς τα τέλη της δεκαετίας του '70, όταν και βρισκόταν στην εμπορική τους αιχμή. Αν και δεν ήταν ακόμα, ιδιαίτερα εθισμένος στα ναρκωτικά, όπως στα μέσα της δεκαετίας του '80, είχε το μυαλό να καταλάβει, ότι αυτή η εξάρτηση, μεγάλωνε με πολύ ταχύ ρυθμό.

                Έτσι, αποφάσισε να γράψει μια έκκληση για βοήθεια, στο άλμπουμ Black Rose, του 1979, με τον τίτλο “Got To Give It Up”. Στο τραγούδι συνέβαλλε σημαντικά κι ο κιθαρίστας του, Scott Gorham, ο οποίος έδινε τη δική του μάχη, για τα ίδια ακριβώς προβλήματα. Ο Lynott, "έντυσε" όμως τους στίχους, έτσι,  ώστε να μη φαίνονται σαν αυτοβιογραφικοί, όπως αποδεικνύεται από τις φράσεις: “Tell my mama and tell my pa that their fine young son didn't get far,” “Tell my brother I tried to write,” and “Tell my sister I'm sinking slow”, καθώς ο ίδιος ήταν μοναχοπαίδι και τον μεγάλωσε αποκλειστικά η μητέρα του με τους γονείς της. Ενώ σε κάποιους άλλους: “He tried hard but his spirit broke, he tried until he nearly choked, in the end he lost his battle drinking alcohol”, φαίνεται σαν να μιλάει για κάποιον, που ήδη έχει φτάσει στην άκρη του ολέθρου.

                Το τραγούδι αυτό, έγινε αμέσως ένα από τα βασικά στις ζωντανές τους εμφανίσεις. Μάλιστα υπάρχει σε όλα τα λάιβ άλμπουμ που κυκλοφόρησαν μετέπειτα, συγκαταλέγοντας και την εισαγωγή που έκανε πάντα ο Lynott προλογίζοντάς το, όπου σαν σε κήρυγμα, απέτρεπε τον κόσμο να πέσει στα ναρκωτικά και στο αλκοόλ, τονίζοντας ότι αυτά μπορεί να σε σκοτώσουν. Δυστυχώς, αυτό το τραγούδι έμελλε να γίνει στοιχειωτικά προφητικό για τον ίδιο, καθώς μετά από χρόνια χρήση αυτών των ουσιών, υπέκυψε τελικά στις 4 Ιανουαρίου του 1986, σε ηλικία μόλις 36 ετών.

                Ο Scott Gorham, αναφέρει σε κάποιο σημείο της βιογραφίας του Lynott "The Rocker", ότι κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων εκείνου του άλμπουμ, είχε αρχίσει να παίρνει πιο σκληρά ναρκωτικά και να πίνει περισσότερο. Επίσης αναφέρει πως όταν το έγραφαν, δεν είχαν φτάσει ακόμα στο μέγιστο σημείο εθισμού, αλλά ο ίδιος ο Lynott αντιλαμβάνονταν τον κίνδυνο και ήταν ειλικρινής όταν έλεγε:  'I've got to give this up. I've got to give this shit up or it's going to kill my ass.' Επίσης, υπάρχει ακόμη ένα τραγούδι - κραυγή βοήθειας, από τον Lynott, στο τελευταίο άλμπουμ των Thin Lizzy, Thunder And Lightning, με τον τίτλο "Heart Attack."
                Το τραγούδι μας καταδεικνύει έναν αγωνιώδη απολογισμό, της μάχης του Lynott, με τα ναρκωτικά και το αλκοόλ και δείχνει πραγματικά γνώστης αυτού του γεγονότος, ενώ πέρα από την προσπάθειά του, είναι και μια αυτο-ευλογία στην πάλη με τα ακατανίκητα πάθη του. Δεδομένου, κιόλας, ότι τελικά πέθανε από αυτά, μας παρουσιάζεται σαν μια φιγούρα λυρική, της οποίας η ζωή εξελίχθηκε σαν ένα σενάριο, το οποίο έγραψε ο ίδιος.

Ναούμ Αθ. Βάρκας